Περιηγητές

Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, Αθήνα 1880, Λάρισα 1995, σ. 153–154.

Παρὰ τὸ χωρίον Χατσιλάρ, τρεῖς ὥρας μεσημβρινώτερον τῆς Λαρίσσης ἐπί τινος λόφου περιβαλλομένου ὑπὸ πολλῶν τύμβων, ἀνευρίσκονται ἐρείπια ἀρχαίων ἑλληνικῶν τειχῶν, ἅτινα κατά τινα ἐπιγραφήν, εὑρεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Λὴκ ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐν ᾗ ἐν Θεσσαλικῷ ἰδιώματι ἀναγράφονται ψηφίσματα τῶν Κραννουνίων, ἅτινα ὤφειλον νὰ ἀνατεθῶσιν ἐν τῷ Ἀσκληπιείῳ, ἀνήκουσιν εἰς τὴν διάσημον Πελασγικὴν πόλιν τὴν Κραννῶνα. Τὰ ἐρείπια ταῦτα τὴν σήμερον καλοῦνται Παλαιὰ Λάρισσα, καθότι ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐπιπολαιότης περιηγητῶν τινων ἐθεώρησαν αὐτὰ ὡς λείψανα τῆς ἀρχαίας Λαρίσσης, μετατοπίσασαι αὐτὴν ἀπὸ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ Πηνειοῦ ἔνθα ἀπὸ τῶν προϊστορικῶν χρόνων ἔκειτο εἰς τὴν περὶ τὸ Χατζιλάρ χώραν. Καὶ τὰ μὲν λείψανα τῶν

τειχῶν, σπουδαιότερα ὄντα ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Λὴκ, ἐξαφανίζονται μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ὑπὸ τῶν περιοίκων, τὰ δὲ ἐν τῷ ναῷ τοῦ χωρίου ἐντετοιχισμένα συντρίμματα μετοπῶν καὶ δωρικῶν κιόνων φαίνονται ἀνήκοντα εἰς τὸ μνημονευθὲν Ἀσκληπιεῖον, παρὰ τὸ ὁποῖον ἔρρεε καὶ ἡ σήμερον ῥέουσα πηγή, τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα δὲν ἔχουσι μὲν τὴν ὑπὸ τοῦ Πλινίου ἀποδιδομένην αὐτοῖς ἰδιότητα τοῦ νὰ καθιστῶσι θερμὸν τὸν μετ’ αὐτῶν κεραννύμενον οἶνον (31, 2, 17, 20), ἀλλ’ ἀρδεύοντα εὐθαλῆ κῆπον ἀπεργάζονται τερπνὴν τὴν πέριξ χώραν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνυδρον καὶ ἄδενδρον Πελασγικὴν πεδιάδα. Καὶ τοιαῦτα μὲν εὐτελῆ καὶ ἄσημα εἶνε τὰ λείψανα τῆς Κραννῶνος, τῆς ἕδρας τῆς διαβοήτου καὶ πλουσιωτάτης οἰκογενείας τῶν Σκοπαδῶν, τῶν ὁποίων αἱ πολυάριθμοι ἀγέλαι τῶν βοῶν καὶ προβάτων ἔβοσκον εἰς τὸ παρὰ τὴν πόλιν εὔφορον Κραννώνιον πεδίον (Θεόκρ. 16, 36).

(ακολουθεί αναφορά στην οικογένεια των Σκοπάδων) […] Ὁ δὲ Στέφανος Βυζάντιος (ἐν λ.) θέτει τὴν πόλιν ἐπὶ τὰ Τέμπη, παραπεισθεὶς εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ἑκαταίου, ἀποκαλοῦντος τὸ Κραννώνιον πεδίον Κραννώνια Τέμπη, ἔνθα ἡ λέξις Τέμπη, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ εἶπον, γενικώτερον σημαίνει πᾶσαν τερπνὴν πεδιάδα ἢ κοιλάδα· ἐκαλεῖτο δὲ ἡ Κραννὼν καὶ Ἔφυρα (Στρ. 9, 442).


F.-C. H.-L. Pouqueville, Voyage de la Grèce, comprenant la description ancienne et moderne de l’Épire, τόμ. III, Παρίσι 1826², βιβλ. IX, κεφ. IV, σ. 374.

Το πρώτο χωριό που συναντά κανείς σε απόσταση μισής λεύγας από τη Μπακρίμα, μέσα σε χαράδρα του Ολύμπου, είναι η Κρανιά, κατοικημένη από τριακόσιες ελληνικές οικογένειες, οι οποίες καλλιεργούν τα χωράφια της αρχαίας Κράνωνος.


W. M. Leake, Travels in Northern Greece, τόμ. III, Λονδίνο 1835, ανατ. 1967, κεφ. XXIX, σ. 361–366.

13 Δεκεμβρίου

Ύστερα από δύο ώρες και είκοσι επτά λεπτά από τη Λάρισα φτάνουμε στο Χατζηλάρ, τσιφλίκι του Χατζή Χαλίλ Αγά της Λάρισας, στο οποίο κατοικούν μόνο οι Έλληνες που καλλιεργούν τα κτήματά του. Το κατάλυμά μου εδώ είναι ένα σχετικά καλό αγροτόσπιτο, κατασκευασμένο όμως σύμφωνα με τον συνηθισμένο τύπο των πεδιάδων της Ελλάδας. Αποτελείται από έναν μακρόστενο χώρο χωρισμένο σε δύο μέρη με διαφορά ύψους περίπου δύο ποδιών. Στο ανώτερο τμήμα, μια εστία δίχως καμινάδα, δύο ή τρία ράφια με λίγα πιάτα και πήλινα σκεύη, ένα τηγάνι, ένας λέβητας και ένα κόσκινο κρεμασμένα στους τοίχους, φανερώνουν τον χώρο διαμονής του ανθρώπινου μέρους της οικογένειας, το οποίο χωρίζεται από τον χώρο των ζώων μόνο με ένα φράγμα από ψηλά καλάθια, άλλα γεμάτα καλαμπόκι και άλλα αποξηραμένα μπιζέλια. Δύο αντικριστές πόρτες σχηματίζουν διάδρομο που διασχίζει το κτίσμα ακριβώς κάτω από τη σειρά των καλαθιών, ανάμεσα σε δύο από τα οποία υπάρχει άνοιγμα που επιτρέπει την επικοινωνία ανάμεσα στο ανώτερο και το κατώτερο τμήμα της κατοικίας.

Μισή ώρα από το Χατζηλάρ, προς την κατεύθυνση των Φαρσάλων, βρίσκεται η τοποθεσία που αποκαλείται Παλαιά Λάρισα, όνομα που ασφαλώς της αποδόθηκε όταν τα αρχαία κατάλοιπα ήταν πολύ πιο εκτεταμένα από ό,τι σήμερα. Η θέση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι αρχαίες πόλεις των πιο εύφορων περιοχών της Ελλάδας εξαφανίστηκαν σταδιακά, παρόλο που είχαν οικοδομηθεί από λαό για τον οποίο η ανθεκτικότητα αποτελούσε πρωταρχικό στόχο. Εκτός από τη συνήθη επαναχρησιμοποίηση των οικοδομικών υλικών, οι Τούρκοι συνηθίζουν να αναζητούν λαξευμένους λίθους από λευκό μάρμαρο για να τους μετατρέπουν σε ταφόπλακες. Με αυτόν τον τρόπο αρχαία γλυπτά και επιγραφές καταστρέφονται συχνά, ώστε να χαραχθεί στη θέση τους η πρόχειρη παράσταση ενός τουρκικού σαρίκιου ή μερικές αραβικές λέξεις. Ακόμη και όταν τα αρχαία γράμματα διατηρούνται, το μνημείο, αφού έχει απομακρυνθεί από την αρχική του θέση, μπορεί να παραπλανήσει τον γεωγράφο ερευνητή.

Σε βραχώδεις περιοχές και στις φτωχότερες ζώνες της χώρας τα κατάλοιπα έχουν περισσότερες πιθανότητες διατήρησης από ό,τι σε τόσο εύφορες πεδιάδες όπως αυτές, όπου μεγάλες σύγχρονες πόλεις διαδέχθηκαν τις αρχαίες και όπου, εξαιτίας της έλλειψης πέτρας, κάθε χωριό βρίσκει χρήσιμο να προμηθεύεται υλικό από τους αρχαίους χώρους. Στην Παλαιά Λάρισα ιδιαίτερη ζήτηση είχαν οι σαρκοφάγοι του αρχαίου νεκροταφείου, τόσο στη Λάρισα όσο και στα χωριά γύρω από το Χατζηλάρ, όπου χρησιμοποιούνται ως ποτίστρες. Η ζήτηση υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε οι κάτοικοι του χωριού, γνωρίζοντας ότι πολλές φορές βρίσκονταν θαμμένες τρία ή τέσσερα πόδια κάτω από το έδαφος, συνήθιζαν να τις αναζητούν με σιδερένιες ράβδους. Ο Αμπντίμ Μπέης, επικεφαλής αγιάνης της Λάρισας, μου ανέφερε χθες ότι είχε απαγορεύσει τη συνέχιση των ερευνών, μήπως η Υψηλή Πύλη, ακούγοντας παραποιημένες πληροφορίες, υποθέσει ότι ανακαλύφθηκε θησαυρός.

Παρά τις λεηλασίες στις οποίες εκτίθενται επί μακρόν τα αρχαία κατάλοιπα, διακρίνονται ακόμη ορισμένα θεμέλια των τειχών της πόλης, ή πιθανότερα της ακρόπολης, κατά μήκος της άκρης ενός τετράπλευρου υψώματος που αποκαλείται Παλαιόκαστρο και έχει περίμετρο σχεδόν ενός μιλίου. Προς το ανώτερο τμήμα του διακρίνονται ίχνη εγκάρσιου τείχους που σχημάτιζε διπλή οχύρωση. Το ύψωμα αυτό και όλα τα γύρω χωράφια είναι γεμάτα όστρακα, ενώ στην πλαγιά του ή στην ανωφέρεια των λόφων πίσω του υπάρχουν οκτώ ή εννέα μικροί τύμβοι. Εκεί βρέθηκαν οι σαρκοφάγοι και μερικές παραμένουν ακόμη πάνω από το έδαφος, αφού εγκαταλείφθηκαν ύστερα από την εκσκαφή τους. Πρόκειται για απλές λάρνακες, πρόχειρα λαξευμένες, στις οποίες διακρίνονται ακόμη τα ίχνη των εργαλείων πάνω στην πέτρα.

Σχεδόν μισό μίλι νοτιότερα από το Παλαιόκαστρο υπάρχουν δύο ακόμη τεχνητά υψώματα στην πλαγιά των λόφων, στη βάση ενός από τα οποία μια ημικυκλική κοιλότητα στο έδαφος θυμίζει κατάλοιπο θεάτρου. Επειδή όμως βλέπει προς τους λόφους και όχι προς την πεδιάδα, και επειδή βρίσκεται πέρα από το αρχαίο νεκροταφείο, θεωρώ πιθανότερο να πρόκειται απλώς για φυσικό σχηματισμό του εδάφους. Λίγο νοτιότερα από αυτό το σημείο, ο δρόμος από τη Λάρισα προς το Μασκολούρι διασχίζει τα υψώματα και κατεβαίνει στην πεδιάδα του Ενιπέα.

14 Δεκεμβρίου

Τα σημαντικότερα μνημεία που βρέθηκαν στην Παλαιά Λάρισα έχουν μεταφερθεί από εκεί και τοποθετηθεί από τους Έλληνες, οι οποίοι συχνά δείχνουν τέτοιο σεβασμό προς τα έργα των προγόνων τους, στη μικρή εκκλησία του χωριού Χατζηλάρ.

Πρώτη πρέπει να αναφερθεί μια επιγραφή σαράντα στίχων, χαραγμένη με μικρά γράμματα της καλύτερης περιόδου, από την οποία λείπουν τέσσερις ή πέντε γραμμές στην αρχή, καθώς και λίγα γράμματα στην αρχή και στο τέλος κάθε στίχου. Παρ’ όλα αυτά διατηρεί αρκετό κείμενο ώστε να αποδεικνύει ότι η Παλαιά Λάρισα αποτελεί τη θέση της αρχαίας Κραννώνας, ή, όπως γράφεται στο μάρμαρο, Κράνων. Η επιγραφή είναι στη θεσσαλική διάλεκτο, χαρακτηριστικό της οποίας αποτελεί η μετατροπή του ελληνικού Ω σε ΟΥ, έτσι ώστε να εμφανίζεται η φράση TOYN TAΓOYN ΓΝΟΥΜΑΣ αντί TΩN TAΓΩN ΓΝΩΜΑΣ. Το όνομα των κατοίκων γράφεται KPANOYNNIOI. Η λέξη ONAΛOYMA αντιστοιχεί στο ANΑΛΩMA και θυμίζει το ΟΝΕΘΕΙΚΕ της επιγραφής του Τυρνάβου. Παρόμοιο παράδειγμα εμφανίζεται και στη φράση ΨΑΦΙΣΜΑ ΟΝΓΡΑΦΕΙ EN KIONA ΛΙΘΙΝΟΝ, η οποία επαναλαμβάνεται. Το περιεχόμενο της επιγραφής αφορά το συνηθισμένο θέμα της απονομής πολιτείας σε ξένους ευεργέτες της πόλης.

Σε λίθο εντοιχισμένο στον τοίχο της εκκλησίας, όπου παριστάνεται ανάγλυφα ένας Ερμής πάνω σε βάθρο, υπάρχει η επιγραφή EPMAO XΘONIOY, με πολύ καλοδιατηρημένα και κομψά γράμματα. Πάνω σε όμορφο βάθρο στην αυλή της εκκλησίας αναγράφονται οι λέξεις NIKAΣΙΠΠΟΣ NIKOYNEIΟΣ, όπου η δεύτερη λέξη, η οποία στην Αττική και στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας θα ήταν NIKΩΝΟΣ, παρουσιάζει τόσο τη θεσσαλική μετατροπή του Ω σε ΟΥ όσο και τη χρήση πατρωνυμικού επιθέτου αντί του ονόματος του πατέρα σε γενική πτώση.

Ανασηκώνοντας ένα μαρμάρινο κομμάτι που βρισκόταν μέσα στην εκκλησία, διαπιστώνω ότι φέρει χαμηλό ανάγλυφο, δίχως επιγραφή, και παριστάνει γυναίκα που τοποθετεί στεφάνι στο κεφάλι αλόγου, ενώ δίπλα στέκεται μεγάλος σκύλος. Ο ιερέας μου επιτρέπει να το πάρω μαζί μου με τον όρο να αφήσω κάποιο δώρο στην εκκλησία.

Σε μία από τις καλύβες υπάρχει επιτύμβια στήλη που παριστάνει άνδρα με μικρό σκύλο να αναπηδά για να τον χαϊδέψει. Η πτυχολογία είναι βαριά και η μορφή ατελής.


J. L. Ussing, Griechische Reisen und Studien, Κοπεγχάγη 1857, σ. 86–88.

14 Ιουνίου. Από την Αλιφάγα έως τα Φάρσαλα η απόσταση είναι περίπου έξι ώρες. Η οροσειρά παραμένει στα δεξιά. Στους πρόποδές της διακρίνονται τα χωριά Κιρλίνγκα και Τοβλατάν. Στα αριστερά του δρόμου βρίσκονται μερικοί μικροί λόφοι ή μαγούλες, από τους οποίους τουλάχιστον ο νοτιότερος ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να αποτελεί κατάλληλη θέση για ελληνική πόλη· όμως κανένα κατάλοιπο δεν διακρίνεται εκεί. Ο δρόμος περνά μέσα από το χωριό Τοβσχάν και, ύστερα από μιάμιση ώρα πορείας από την Αλιφάγα, φαίνεται λίγο αριστερότερα το Χατζηλάρ.

Λίγο αργότερα φτάνει κανείς στα υψώματα που οι ίδιοι οι Θεσσαλοί αποκαλούν “παλαιὰ Λάρισα”. Επειδή δηλαδή βρέθηκαν ερείπια σημαντικής πόλης σε απόσταση τριών ωρών από τη Λάρισα και η αρχαία γεωγραφία ήταν ελάχιστα γνωστή, δημιουργήθηκε η ιδέα ότι η ίδια η πόλη μετακινήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Η Λάρισα όμως βρισκόταν πάντοτε στους πρόποδες του Πηνειού, ενώ η πόλη που βρισκόταν εδώ ήταν η Κραννώνα, όπως προκύπτει από τις επιγραφές που έχουν βρεθεί.

Το πιο εντυπωσιακό μνημείο της πόλης είναι οι πολυάριθμοι ταφικοί τύμβοι που βρίσκονται διάσπαρτοι γύρω της. Ο Leake είδε επίσης κατάλοιπα τειχών, καθώς και αρκετά γλυπτά θραύσματα και επιγραφές στην εκκλησία του Χατζηλάρ, τα οποία είχαν μεταφερθεί εκεί από τον αρχαιολογικό χώρο. Βρήκα και εγώ λίγα θραύσματα κιόνων πεσμένα λίγο παραπέρα στον δρόμο.


C. Bursian, Geographie von Griechenland, τόμ. I, Das nördliche Griechenland, Λειψία 1862, σ. 67–68.

Κοντά στη γυμνή από βλάστηση λοφοσειρά που αναφέρθηκε ήδη πολλές φορές και η οποία σχηματίζει το νοτιοδυτικό όριο της πελασγικής πεδιάδας, βρισκόταν περίπου πέντε ώρες νότια της Λάρισας η Κραννώνα, η σημαντικότερη πόλη της Πελασγιώτιδας μετά τη Λάρισα, έδρα του ισχυρού δυναστικού γένους των Σκοπάδων, συγγενικού προς τους Αλευάδες, των οποίων τα πολυάριθμα κοπάδια βοοειδών και προβάτων έβοσκαν στην πεδιάδα γύρω από την πόλη, το λεγόμενο Κραννώνιο πεδίο.

Τα ερείπια της αρχαίας πόλης, που στη λαϊκή παράδοση αποκαλούνται σήμερα Παλαιολάρισα και βρίσκονται μισή ώρα από το μικρό χωριό Χατζηλάρ, έχουν καταστεί εξαιρετικά δυσδιάκριτα εξαιτίας της επί αιώνες χρήσης τους ως πηγής οικοδομικού υλικού για τους γύρω οικισμούς. Μόλις που διακρίνονται ακόμη, κατά μήκος των άκρων ενός τετράπλευρου υψώματος με περίμετρο περίπου μισής ώρας, τα θεμέλια των τειχών της άνω πόλης. Από τα επιμέρους οικοδομήματα, ανάμεσα στα οποία υπήρχε και ιερό του Ασκληπιού συνδεδεμένο με θερμή πηγή, τίποτε πλέον δεν αναγνωρίζεται πέρα από λίγα αρχιτεκτονικά μέλη και θραύσματα κιόνων. Πολυάριθμοι όμως ταφικοί τύμβοι, που υψώνονται στο ήδη ελαφρώς ανώμαλο έδαφος γύρω από το ύψωμα της πόλης, φανερώνουν από μακριά τη θέση των ερειπίων.

Η λοφοσειρά στους πρόποδες της οποίας βρισκόταν η Κραννώνα εκτείνεται από εδώ προς τα βορειοδυτικά έως τον Πηνειό, τον οποίο πλησιάζει τόσο ώστε, μαζί με τους λόφους που κατεβαίνουν από βορρά, σχηματίζει το ήδη αναφερθέν πέρασμα του Καλαμακίου, μέσα από το οποίο ο ποταμός κυλά βαθύς και ορμητικός.


H. G. Lolling, Hellenische Landeskunde und Topographie, στο C. H. Beck, Geographie und politische Geschichte des klassischen Altertums, Nördlingen 1889, σ. 149.

Το μεγαλύτερο βόρειο τμήμα της πεδιάδας μοιράζονταν οι δύο πόλεις Λάρισα και Κραννώνα. Η Λάρισα, η σημαντικότερη πόλη ολόκληρης της Θεσσαλίας, βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού, κοντά στο σημείο όπου διασταυρώνονταν οι δρόμοι από τον Παγασητικό κόλπο προς τα Τέμπη, τον Άτραγα και την κοιλάδα του Ευρώπου, καθώς και από τα Τέμπη προς την Κραννώνα και τη Θεσσαλιώτιδα. Η πόλη αναπτυσσόταν από την ακρόπολη που υψωνόταν δίπλα στον Πηνειό προς την πεδιάδα, προσφέροντας καλύτερο έλεγχο ολόκληρης της Θεσσαλίας.

Ενώ στη Λάρισα κυριαρχούσαν οι Αλευάδες, στην Κραννώνα ηγούνταν του πολιτεύματος οι πλούσιοι Σκοπάδες. Η πόλη, κοντά στο Χατζηλάρ, νοτιοδυτικά της Λάρισας, στο όριο της μεσαίας ορεινής ζώνης, διακρίνεται από υψηλά τεχνητά χωμάτινα αναχώματα, τα οποία σχημάτιζαν παλαιότερα τα τείχη και στηρίζονταν στις ήπιες πλαγιές των υψηλότερων λόφων που προσφέρονταν για κτηνοτροφία. Και στις δύο πόλεις παρατηρεί κανείς, ιδιαίτερα κατά μήκος των αρχαίων δρόμων, πολυάριθμους τύμβους.